έφηβος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έφηβος¹

  • ˈe.fi.vos

Where it comes from

έφηβος < αρχαία ελληνική ἔφηβος < ἐπι- + ἥβη

noun έφηβος · έφηβοι · εφήβου · έφηβου · εφήβων · έφηβων

  1. άτομο που διανύει την περίοδο της εφηβείας ※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασ

Έφηβος²

Where it comes from

Έφηβος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Έφηβος

  1. ανδρικό όνομα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"έφηβος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%86%CE%B7%CE%B2%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έφηβος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%86%CE%B7%CE%B2%CE%BF%CF%82

Chicago

"έφηβος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%86%CE%B7%CE%B2%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έφηβος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%86%CE%B7%CE%B2%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}