मिकविन

έφορος

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

έφορος¹

  • ˈe.fo.ɾos

यह कहाँ से आया

έφορος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔφορος. Για τους σύγχρονους όρους, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική percepteur. . Συγχρονικά αναλύεται σε (επί) έφ- + ορ(ώ) + -ος.

संज्ञा έφορος · έφοροι · εφόρου · έφορου · εφόρων · έφορο

  1. οικονομία, επάγγελμα που δουλεύει σε μια εφορία ή (κυρίως) είναι προϊστάμενός της
  2. προϊστάμενος ή επόπτης μιας υπηρεσίας
  3. ιστορία καθένας από τους πέντε ενός σώματος αρχόντων στην αρχαία Σπάρτη, ιεραρχικά αμέσως μετά τους βασιλείς, με αρμοδιότητες εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής
  4. θρησκεία προστάτης (άγιος μονής ή (σπάνιο) πολιούχος

Έφορος²

यह कहाँ से आया

Έφορος < → λείπει η ετυμολογία

व्यक्तिवाचक संज्ञा Έφορος

  1. ανδρικό όνομα

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"έφορος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έφορος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"έφορος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έφορος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}