ήλιος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ήλιος¹

  • ˈi.ʎos

Sounds like ήλιο

Where it comes from

ήλιος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἥλιος.. Η λέξη προφέρεται ως δισύλλαβη με συνίζηση.

noun ήλιος

  1. αστρονομία, κυρίως με κεφαλαίο Η, Ήλιος ο μέσος αστέρας που συνιστά το κέντρο του Ηλιακού Συστήματος και είναι το πλησιέστερο άστρο στην Γη, στην οποία παρέχει φως και θερμότητα ※ 2024 Παναγιώτα Ντόβα, «Η εντυπωσιακή ολική έκλειψη του 2024 και η “Megamovie” που θα φτιάξει η NASA», 16. 4. 2024, astronio.gr, πρόσβαση: 10. 9. 2025
  2. figuratively, συνεκδοχικά ο Ήλιος, με αναφορά στην λάμψη, ακτινοβολία ή θερμότητά του ※ 1899 Λορέντζος Μαβίλης, Λήθη @ebooks.edu.gr
  3. figuratively, συνεκδοχικά ηλιοφάνεια ※ 2025 Σταύρος Μονεμβασιώτης, «Απίστευτο: Δωρεάν ηλεκτρικό ρεύμα για όλους – Ποιοι το προσφέρουν και τι σου δίνουν», 14. 7. 2025, huffingtonpost.gr, πρόσβαση: 10. 9. 2025
  4. figuratively, συνεκδοχικά σχέδιο ή απεικόνιση του Ηλίου ※ 2019 «Τέλος από παντού ο Ηλιος της Βεργίνας στη Βόρεια Μακεδονία -Αφαιρείται από μνημεία, δημόσιους χώρους», 13. 7. 2019, iefimerida.gr, πρόσβαση: 10. 9. 2025
  5. αστρονομία κάθε αυτόφωτο ουράνιο σώμα που αποτελεί κέντρο ενός ηλιακού συστήματος ※ 2018 «Το Σύμπαν... 11 δισ. χρόνια πριν: Ταξίδι στο χρόνο με πανοραμική φωτό από τη NASA», 18. 8. 2018, protothema.gr, πρόσβαση: 10. 9. 2025
  6. βοτανική το φυτό ηλίανθος

Ήλιος²

  • ˈi.ʎos

Where it comes from

Ήλιος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Ἥλιος.

proper noun Ήλιος · Ηλίου · Ήλιο · Ήλιε

  1. ελληνική μυθολογία ο θεός του φωτός
  2. αστρονομία το άστρο του πλανητικού μας συστήματος

In English

  • sun the star around which the Earth revolves — see also Sun
  • Helios god
  • Sun star

Talk about this word

Cite this
MLA

"ήλιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ήλιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"ήλιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ήλιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}