ήρεμος

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

ήρεμος

  • ˈi.ɾe.mos

Откуда оно

ήρεμος < ελληνιστική κοινή ἤρεμος < αρχαία ελληνική ἠρεμαῖος < ἠρέμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁rem- (ηρεμώ, ξεκουράζομαι). Διαφορετικό το ήμερος.

прилагательное ήρεμος · ήρεμη · ήρεμο · ήρεμου · ήρεμης

  1. χωρίς ταραχή και αναστάτωση ≈ συνώνυμα: αγαληνός, αγάλιος, αδιατάρακτος, ακύματος, ανεκύμαντος, ατάραχος, γαλήνιος, γαληνός, ήσυχος
  2. (για άνθρωπο) που αντιδρά με ήπιο τρόπο στα ερεθίσματα ≈ συνώνυμα: απαθής, ατάραχος, ήσυχος, νηφάλιος, πράος, συγκεντρωμένος, ψύχραιμος

По-английски

  • quiet with little sound
  • calm free from anger and anxiety

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"ήρεμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AE%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ήρεμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AE%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"ήρεμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AE%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ήρεμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AE%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}