ίδρυμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ίδρυμα

  • ˈi.ðɾi.ma

Where it comes from

ίδρυμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἵδρυμα και σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική institution, foundation

noun ίδρυμα · ιδρύματα · ιδρύματος · ιδρυμάτων

  1. ο οργανισμός υπηρεσιών που συγκροτείται για κοινωφελείς σκοπούς
  2. figuratively, συνεκδοχικά το κτήριο όπου στεγάζεται ο παραπάνω οργανισμός
  3. κάθε οργανισμός όπου δίνεται στέγη και τροφή σε άτομα που δεν μπορούν να αυτοεξυπητερηθούν (ψυχιατρείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο κ.λπ.) ※ Όταν δεν επιτρέπεται σε ένα παιδί να αφήσει το ίδρυμα και να ζήσει σε μια οικογένεια, επειδή οι ενήλικες σε αυτή την οικογένεια είναι ομόφυλο ζευγάρι, ποιος ιδρυματοποιεί; Το ίδρυμα ή οι νομοθέτες; (Το ανάπηρο (ελληνικό) Δημόσιο , liberal.gr, 25/04/2019 https://www.liberal.gr/apopsi/anapiro-ellini

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ίδρυμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%B4%CF%81%CF%85%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ίδρυμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%B4%CF%81%CF%85%CE%BC%CE%B1

Chicago

"ίδρυμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%B4%CF%81%CF%85%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ίδρυμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%B4%CF%81%CF%85%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}