ίλιγγος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ίλιγγος
- ˈi.liŋ.ɡos
Where it comes from
ίλιγγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἴλιγγος (αρσενικό) / ἶλιγξ (θηλυκό)
noun ίλιγγος · ίλιγγοι · ίλιγγου · ιλίγγου · ίλιγγων · ιλίγγων
- η απώλεια αίσθησης ισορροπίας, χαρακτηριστικό αίσθημα ζάλης κατά το οποίο ο ασθενής νιώθει ότι ο ίδιος ή τα πράγματα γύρω του περιστρέφονται ή κινούνται με άλλο τρόπο
- αυτό που νιώθουμε όταν κάτι μας παρασύρει ψυχικά και μας δημιουργεί έντονη αναστάτωση Τον είχε παρασύρει ο ίλιγγος της ταχύτητας.
- το έντονο συναίσθημα ανησυχίας και φόβου Με πιάνει ίλιγγος όταν σκέφτομαι το τι θα μπορούσε να συμβεί σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος.
Thesaurus
In English
Talk about this word "ίλιγγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ίλιγγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%82 "ίλιγγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ίλιγγος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}