ίλιγγος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ίλιγγος

  • ˈi.liŋ.ɡos

Where it comes from

ίλιγγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἴλιγγος (αρσενικό) / ἶλιγξ (θηλυκό)

noun ίλιγγος · ίλιγγοι · ίλιγγου · ιλίγγου · ίλιγγων · ιλίγγων

  1. ιατρική η απώλεια αίσθησης ισορροπίας, χαρακτηριστικό αίσθημα ζάλης κατά το οποίο ο ασθενής νιώθει ότι ο ίδιος ή τα πράγματα γύρω του περιστρέφονται ή κινούνται με άλλο τρόπο
  2. figuratively, μεταφορικά αυτό που νιώθουμε όταν κάτι μας παρασύρει ψυχικά και μας δημιουργεί έντονη αναστάτωση Τον είχε παρασύρει ο ίλιγγος της ταχύτητας.
  3. figuratively, μεταφορικά το έντονο συναίσθημα ανησυχίας και φόβου Με πιάνει ίλιγγος όταν σκέφτομαι το τι θα μπορούσε να συμβεί σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος.

Similar: ζαλάδα, ζάλη, σκοτοδίνη

Thesaurus

In English

  • swimming a giddy sensation
  • vertigo sensation of whirling and loss of balance

Talk about this word

Cite this
MLA

"ίλιγγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ίλιγγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%82

Chicago

"ίλιγγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ίλιγγος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}