α

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Α¹

Where it comes from

Α < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Α, το πρώτο του αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου

symbol Α · α

  1. letter, γράμμα το άλφα κεφαλαίο: το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου πολυτονική γραφή, παραλλαγές: ᾼ Ά Ὰ Ἀ ᾈ Ἄ ᾌ Ἂ ᾊ ᾊ Ἆ ᾎ Ἁ ᾉ Ἅ ᾍ Ἃ ᾋ Ἇ ᾏ Ᾰ Ᾱ

abbreviation Α

  1. ανατολικά
  2. ανατολικός

α²

Where it comes from

α < από το κεφαλαίο Α με την εμφάνιση της μικρογράμματης γραφής

symbol α · Α

  1. άλφα: το πρώτο πεζό γράμμα (και πρώτο φωνήεν) του ελληνικού αλφαβήτου πολυτονική γραφή, παραλλαγές: ᾳ ά ᾴ ὰ ᾲ ᾶ ᾷ ἀ ᾀ ἄ ᾄ ἂ ᾂ ἆ ᾆ ἁ ᾁ ἅ ᾅ ἃ ᾃ ἇ ᾇ
  2. γεωγραφία → δείτε Α
  3. μαθηματικά → δείτε 𝛂, ⍺ και 𝛼

interjection α!

  1. επιφώνημα που δηλώνει έντονο συναίσθημα: θαυμασμό, απορία, έκπληξη, χαρά, αγανάκτηση κτλ. Α! τι λαχτάρα ήταν κι αυτή, "α! τι χαρά'!"

interjection α

  1. familiar, προφορικό άι, άντε

particle α

  1. idiomatic, ιδιωματικό θα

conjunction α

  1. idiomatic, literary, ιδιωματικό, λογοτεχνικό άλλη μορφή του αν ※ Πουλί πουλάκι, που σκορπάς το θαύμα της φωνής σου, Ευτυχισμός α δεν είναι το θαύμα της φωνής σου,

In English

  • oh expression of surprise
  • ah an expression

Talk about this word

Cite this
MLA

"α." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

α. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1

Chicago

"α." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {α},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}