αέρας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αέρας

  • aˈe.ɾas

Where it comes from

αέρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀέρας < αρχαία ελληνική ἀήρ, από την αιτιατική ενικού τόν ἀέρα

:* για την εκκλησιαστική σημασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀήρ

:* για τη σημασία «άνεση στη συμπεριφορά» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική air

noun αέρας · αέρες · αέρηδες · αέρα · αέρων · αέρηδων

  1. ο αέρας που παρέχεται σε μια συσκευή ανοίγω / κλείνω τον αέρα
  2. το κενό
  3. general, γενικότερα το κλίμα Τι αέρα έχετε εκεί κάτω; Να πάρουμε χειμωνιάτικα ρούχα;
  4. figuratively, μεταφορικά η άνεση, η χάρη στη συμπεριφορά και τις κινήσεις, η αυτοπεποίθηση λόγω εμπειρίας, επιδεξιότητας ή αλαζονείας Τώρα πια πήρε τον αέρα της δουλειάς.
  5. figuratively, μεταφορικά το αντίθετο της ενοχλητικής ή δυσλειτουργικής πυκνότητας Θέλει λίγο αέρα, είναι πολύ πηγμένη η σελίδα του περιοδικού όπως τη στήσαμε.
  6. figuratively, μεταφορικά μια γενικότερη αίσθηση, ψυχολογικό κλίμα αέρας αισιοδοξίας / αλλαγής / ανανέωσης
  7. εκκλησιαστικός όρος το κάλυμμα του Αγίου Δισκοπότηρου και του Αγίου Δίσκου στη λειτουργία άλλες μορφές: αήρ
  8. ιστορία ελληνική ιαχή μάχης στο στρατό Αέρα!
  9. οικοδομική το δικαίωμα οικοδόμησης σε κενή ταράτσα κτιρίου Στην κόρη του άφησε κληρονομιά μόνο τον αέρα του τριώροφου.
  10. οικονομία η υπεραξία που έχει αποκτήσει μια επιχείρηση, λόγω καλής φήμης, πελατείας ή θέσης και, (κατ’ επέκταση), το χρηματικό ποσό που αναλογεί σ' αυτήν Μας ζητάει αέρα 10.000 ευρώ.
  11. ραδιόφωνο, τηλεόραση στην έκφραση στον αέρα· σε ζωντανή μετάδοση, όχι μαγνητοσκοπημένα Ησυχία στο στούντιο! Τελειώνουν οι διαφημίσεις και σε 3 δεύτερα θα είμαστε στον αέρα.
  12. φιλοσοφία στοιχείο της φύσης και του πνεύματος που για τους προσωκρατικούς φιλοσόφους είχε ιδιαίτερη σημασία στην κοσμογονία Σ αέρας, το νερό, η γη και η φωτιά, με τη φιλότητα και την έχθρα (έλξη και διάσπαση) δίνουν σε όλα ζωή (Εμπεδοκλής)

In English

  • air 1. mixture of gases making up the atmosphere of the Earth
  • wind movement of air
  • goodwill accounting: the value of a business entity not directly attributable to its tang

Talk about this word

Cite this
MLA

"αέρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αέρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"αέρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αέρας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}