αέρας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αέρας
- aˈe.ɾas
Where it comes from
αέρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀέρας < αρχαία ελληνική ἀήρ, από την αιτιατική ενικού τόν ἀέρα
:* για την εκκλησιαστική σημασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀήρ
:* για τη σημασία «άνεση στη συμπεριφορά» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική air
noun αέρας · αέρες · αέρηδες · αέρα · αέρων · αέρηδων
- ο αέρας που παρέχεται σε μια συσκευή ανοίγω / κλείνω τον αέρα
- το κενό
- το κλίμα Τι αέρα έχετε εκεί κάτω; Να πάρουμε χειμωνιάτικα ρούχα;
- η άνεση, η χάρη στη συμπεριφορά και τις κινήσεις, η αυτοπεποίθηση λόγω εμπειρίας, επιδεξιότητας ή αλαζονείας Τώρα πια πήρε τον αέρα της δουλειάς.
- το αντίθετο της ενοχλητικής ή δυσλειτουργικής πυκνότητας Θέλει λίγο αέρα, είναι πολύ πηγμένη η σελίδα του περιοδικού όπως τη στήσαμε.
- μια γενικότερη αίσθηση, ψυχολογικό κλίμα αέρας αισιοδοξίας / αλλαγής / ανανέωσης
- το κάλυμμα του Αγίου Δισκοπότηρου και του Αγίου Δίσκου στη λειτουργία άλλες μορφές: αήρ
- ελληνική ιαχή μάχης στο στρατό Αέρα!
- το δικαίωμα οικοδόμησης σε κενή ταράτσα κτιρίου Στην κόρη του άφησε κληρονομιά μόνο τον αέρα του τριώροφου.
- η υπεραξία που έχει αποκτήσει μια επιχείρηση, λόγω καλής φήμης, πελατείας ή θέσης και, (κατ’ επέκταση), το χρηματικό ποσό που αναλογεί σ' αυτήν Μας ζητάει αέρα 10.000 ευρώ.
- στην έκφραση στον αέρα· σε ζωντανή μετάδοση, όχι μαγνητοσκοπημένα Ησυχία στο στούντιο! Τελειώνουν οι διαφημίσεις και σε 3 δεύτερα θα είμαστε στον αέρα.
- στοιχείο της φύσης και του πνεύματος που για τους προσωκρατικούς φιλοσόφους είχε ιδιαίτερη σημασία στην κοσμογονία Σ αέρας, το νερό, η γη και η φωτιά, με τη φιλότητα και την έχθρα (έλξη και διάσπαση) δίνουν σε όλα ζωή (Εμπεδοκλής)
In English
Talk about this word "αέρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αέρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82 "αέρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αέρας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}