αίγλη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αίγλη¹
- ˈe.ɣli
Where it comes from
αίγλη < αρχαία ελληνική αἴγλη ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική gloire / auréole)
noun αίγλη · αίγλης
- ακτινοβολία, λάμψη, χλιδή
- φήμη, δόξα
- το φωτοστέφανο των αγίων
- όρος της οπτικής για συγκεκριμένη μορφή ακτινοβολίας
Αίγλη²
Where it comes from
Αίγλη < αρχαία ελληνική Αἴγλη < αίγλη < ἀγλαός (ο λαμπερός)
proper noun Αίγλη
- γυναικείο όνομα
- ονομασία πολλών νυμφών της ελληνικής μυθολογίας
- μία από τις κόρες του Ασκληπιού
- ερωμένη του Θησέα
- αστεροειδής, ο 96 Αίγλη (96 Aegle), που ανακαλύφθηκε το 1868
- παλαιότερη ονομασία της Σύμης των Δωδεκανήσων
- είδη μαλακοστράκων και φυτών
- ονομασία ενός ελληνικού τορπιλοβόλου και ενός ναρκαλιευτιού
- χώρος αναψυχής στο Ζάππειο των Αθηνών
In English
- Aegle Greek goddess of good health
Talk about this word "αίγλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CE%B3%CE%BB%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. αίγλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CE%B3%CE%BB%CE%B7 "αίγλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CE%B3%CE%BB%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αίγλη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CE%B3%CE%BB%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}