αίμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αίμα

  • ˈe.ma

Where it comes from

αίμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική αἷμα

noun αίμα · αίματα · αίματος · αιμάτων

  1. ανατομία το υγρό με κόκκινο χρώμα που κυκλοφορεί μέσα στο σώμα του ανθρώπου κι άλλων ζώων (στα έντομα είναι κίτρινο) μέσω της καρδιάς, των αρτηριών και των φλεβών κι εξυπηρετεί πλήθος ζωτικών λειτουργιών, κυρίως την οξυγόνωση του εγκεφάλου και τη μεταφορά ουσιών
  2. plural, πληθυντικός αίματα: μεγάλη ποσότητα αίματος
  3. figuratively, συνεκδοχικά η ανθρώπινη ζωή Έδωσε το αίμα του για την πατρίδα.
  4. η στενή βιολογική συγγένεια και ο συγγενής Έχουμε το ίδιο αίμα.
  5. η βιολογική φύση, η κληρονομικότητα, η φυσική ροπή, στην οποία αποδίδονται κάποια χαρακτηριστικά ή ιδιότητες Το 'χει στο αίμα του.
  6. figuratively, μεταφορικά ο βίαιος θάνατος, το φονικό, το μακελειό Διψάει για αίμα.
  7. figuratively, μεταφορικά ο υπερβολικός κόπος και μόχθος Το έχτισα με το αίμα μου.
  8. οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται σε ένα έθνος ή μια φυλή, η καταγωγή ελληνικό αίμα

In English

  • blood vital liquid flowing in human and animal bodies

Talk about this word

Cite this
MLA

"αίμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αίμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%B1

Chicago

"αίμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αίμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}