αίρεση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αίρεση
- ˈe.ɾe.si
Where it comes from
αίρεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἵρεσις < αἱρέω-αἱρῶ (λαμβάνω, κυριεύω)
noun αίρεση · αιρέσεις · αίρεσης · αιρέσεων
- η απόσχιση-διαφοροποίηση από πρωτογενές-πρωταρχικό-μητρικό δόγμα η ρωμαιοκαθολική εκκλησία ανέχεται τάγματα στο μεταίχμιο της αίρεσης
- το θρησκευτικό δόγμα που διαφέρει από την επίσημη θρησκεία κι έχει καταδικαστεί ως αντίθετο χριστιανική / μουσουλμανική / γνωστική / αντιτριαδική αίρεση
- ένα σύνολο από ιδέες ή απόψεις οι οποίες ανατρέπουν ή αποκλίνουν από εκείνες που θεωρούνται σωστές ή καθιερωμένες σε ένα τομέα φιλοσοφική / ιδεολογική / πολιτική / καλλιτεχνική αίρεση
- οι οπαδοί μιας αίρεσης, οι αιρετικοί
- η επιλογή η πράξη της Αντιγόνης εξαρτάται πρωταρχικά από την προσωπική αίρεσή της
- ο όρος της δικαιοπραξίας, από τον οποίο καθορίζονται τα θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα ενός μελλοντικού και αντικειμενικά αβέβαιου γεγονότος αναβλητική / διαλυτική αίρεση
- το δικαίωμα εκλογής
- ο περιορισμός ※ … το γερμανικό κράτος απέκτησε πλήρη νομική κυριαρχία μετά την επανένωση, αρχές της δεκαετίας του 1990. Όσον αφορά την πολιτική κυριαρχία, δηλαδή την ικανότητα άσκησης (πολιτικά) νομιμοποιημένης εξωτερικής πολιτικής, συνεχίζει να βρίσκεται υπό την αίρεση πολιτικών κριτηρίων και υπό τη δαμόκλειο σπ
In English
Talk about this word "αίρεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αίρεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7 "αίρεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αίρεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}