αίσθηση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αίσθηση
- ˈe.sθi.si
Where it comes from
αίσθηση < αρχαία ελληνική αἴσθησις < αἰσθάνομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ewisd- < *h₂ew- (βλέπω, παρατηρώ)
noun αίσθηση · αισθήσεις · αίσθησης · αισθήσεων
- λειτουργία του οργανισμού με την οποία προσλαμβάνονται τα ερεθίσματα του εξωτερικού περιβάλλοντος (όραση, ακοή, αφή, γεύση, όσφρηση)
- η εντύπωση που δημιουργείται από τις αισθήσεις, το αίσθημα Δεν αντέχει την αίσθηση του κρύου νερού στην πλάτη.
- γνώση και ευαισθησία σχετικά με κάτι, η ικανότητα αντίληψης και αξιολόγησης η αίσθηση του ωραίου, η αίσθηση του μέτρου
- εντύπωση, όχι απαραιτήτως θεμελιωμένη Αυτός ο άνθρωπος μου δίνει την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί του.
- προαίσθημα
In English
- sense manner by which living beings perceive the physical world
- perception that which is detected by the five senses
- affect psychology: feeling in response to a stimulus
- feeling sensation
- sensation physical feeling
Talk about this word "αίσθηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αίσθηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7 "αίσθηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αίσθηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}