αα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αα¹

abbreviation α.α.

  1. μαθηματικά ο αύξων αριθμός
  2. ο αριθμός αντιτύπου (συνήθως σε έργα τέχνης, βιβλία, έγγραφα κ.λπ.)
  3. αντ΄ αυτού (σε έγγραφα - σήματα όταν υπογράφεται έναντι άλλου)
  4. άνευ αγώνος (σε αθλητικές διοργανώσεις)

ΑΑ²

  • ˈalfa ˈalfa

Where it comes from

Α.Α. > αρχικά γράμμα άλφα κεφαλαίο Α των λέξεων: δείτε τους ορισμούς

abbreviation Α.Α.

  1. informal, initialism, ανεπίσημο, διαβάθμιση ποιότητας, αρκτικόλεξο «Άλφα Άλφα»: πρώτης και καλής ποιότητας για τις μπαταρίες, δείτε τη σήμανση AA (λατινικό A), επίσης, AAA
  2. θηλυκό συντομογραφία Αρχιεπισκοπή Αθηνών
  3. αρσενικό συντομογραφία Αύξων Αριθμός άλλες μορφές: α/α
  4. Ανώνυμοι Αλκοολικοί : ελληνική συντομογραφή της οργάνωσης υποστήριξης αλκοολικών, ισοδύναμη της αγγλικής AA (λατινικό αλφάβητο)

Talk about this word

Cite this
MLA

"αα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B1

Chicago

"αα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}