αβανιά

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αβανιά

  • a.vaˈɲa

Where it comes from

αβανιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀβαν(ία) < μεσαιωνική ελληνική ἀβάν(ης) + -ιά , είτε κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική ἀβανία / ἀβανιά / 'βανία < οθωμανική τουρκική ? (τουρκική avan) < αραβική خوان (ḵawwān, άπιστος, αναξιόπιστος, ύπουλος, προδότης)) < ρίζα خ و ن (ḵ-w-n)

noun αβανιά · αβανιές · αβανιάς · αβανιών

  1. literary, vulgar, λαϊκότροπο, λογοτεχνικό η συκοφαντία, η ρετσινιά, η δυσφήμηση, η κατηγορία, η διαβολή, η κακολογία ※ Η μάνα μου η Αλισαβώ | και η νενέ μου η Τζεβώ | είχαν συχνά μπελάδες | γιατί μας βγάζαν αβανιές | πως στου σπιτιού μας τις γωνιές | κρύβαμε κατσιρμάδες
  2. vulgar, λαϊκότροπο η υλική ζημιά, η συμφορά, η βλάβη Έπαθα μεγάλη αβανιά.
  3. vulgar, λαϊκότροπο η δυσκολία, η στεναχώρια Περνάω μεγάλη αβανιά.

Similar: διαβολή, δυσφήμηση, κακογλωσσιά, καταλαλιά, κακολογία, κατηγορία, ρετσινιά, συκοφαντία, βλάβη, ζημιά, συμφορά, δυσκολία, στεναχώρια

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"αβανιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αβανιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AC

Chicago

"αβανιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αβανιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}