αβανταδόρος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αβανταδόρος
- a.van.daˈðo.ɾos
Where it comes from
αβανταδόρος < αβάντ(α) + -αδόρος
noun αβανταδόρος · αβανταδόροι · αβανταδόρου · αβανταδόρων · αβανταδόρο · αβανταδόρους
- αυτός που βοηθάει, κυρίως σε ανέντιμες δουλειές
- άτομο που υποδύεται τον πελάτη ή τον παίκτη, συνήθως επιδεικτικά, με σκοπό να προσελκύσει άλλους πελάτες ή παίκτες. ※ Ο Τσιφόρος ονόμαζε λαμόγια τους αβανταδόρους, αυτούς τους συνεργάτες των παπατζήδων, που με το δήθεν επιτυχημένο ποντάρισμά τους στο παιχνίδι προσέλκυαν τα κορόιδα, για να τα ξαλαφρώσει ο παπατζής από τα λεφτουδάκια τους. (Λαμόγιο, Η εφημερίδα των συντακτών, 11/05/2019, https://www.efsyn.gr/niside
- αυτός που δήθεν αγοράζει από μικροπωλητή, για να προσελκύσει πελάτες· κράχτης.
- τρακαδόρος
In English
- shill a person paid to endorse a product favourably
Talk about this word "αβανταδόρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B4%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αβανταδόρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B4%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82 "αβανταδόρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B4%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αβανταδόρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B4%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}