αβασίλευτος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αβασίλευτος

  • a.vaˈsi.le.ftos

Where it comes from

αβασίλευτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀβασίλευτος < ἀ- + βασιλεύω

adjective αβασίλευτος · αβασίλευτη · αβασίλευτο · αβασίλευτου · αβασίλευτης

  1. πολιτική για πολίτευμα όπου ο αρχηγός του κράτους δεν είναι βασιλιάς αβασίλευτη δημοκρατία
  2. για τον ήλιο και τα αστέρια που δεν έχουν βασιλέψει, δεν έχουν δύσει όταν έφυγα, ο ήλιος ήταν ακόμα αβασίλευτος
  3. figuratively, rare, μεταφορικά, σπάνιο σταθερός, που δεν υφίσταται μεταβολή αβασίλευτη δόξα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αβασίλευτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αβασίλευτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αβασίλευτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αβασίλευτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}