αβγατίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αβγατίζω
- a.vɣaˈti.zo
Where it comes from
αβγατίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀβγατίζω < ἐβγατίζω< *ἐβγατ(ός) + -ίζω < ελληνιστική κοινή ἐκβατός «που εκπληρώνεται» (με αντιμετάθεση φθόγγων) < αρχαία ελληνική ἐκβαίνω
verb αβγατίζω · αβγάτισα · αβγατισμένος · αβγάτιζα · θα αβγατίζω
- πληθαίνω, αυξάνω, πολλαπλασιάζω Ο πατέρας τους έδωσε μικρή μαγιά αλλά ήταν δαιμόνια παιδιά και τα λεφτά αβγάτισαν
- πληθύνομαι, αυξάνομαι άλλες μορφές: αβγαταίνω
- διογκώνω, υπερβάλλω ※ Όλ' αυτά τα διηγούντο οι μάγκες όπως τα είχον ακούσει από τας προμήτοράς των, και μάλιστα το αυγάτιζαν κ' οι ίδιοι με την παιδικήν ψευδομανίαν των. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, 1903)
In English
- increase become larger
Talk about this word "αβγατίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αβγατίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89 "αβγατίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αβγατίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}