αβγό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αβγό

  • aˈvɣo

Where it comes from

αβγό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀβγό(ν), ἀυγό(ν) < αρχαία ελληνική ᾠόν < ᾠϝόν < πρωτοελληνική *ōyyón < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂ōwyóm (αβγό) < *h₂éwis (πουλί)

:: (από τη συνεκφορά: τὰ ᾠά > ταωά > ταουγά > ταβγά > τ’ αβγά > αβγό (δείτε και αφτί)

: Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι* ⌘ Χατζιδάκις, Γεώργιος, Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά (ΜΝΕ), 2, σ.322 @books.google

* ⌘ Τριανταφυλλίδης, Μανόλης, Άπαντα 7, σ.325 [email protected] κεξ

* Ανδριώτης, Νικόλαος Π. (1951) Ετυμολογικό λεξικό της κοινής νεοελληνικής

* Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (1998) Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας

→ δείτε παράθεμα στο αυγό

Με κύριο λήμμα «αυγό», καθώς ήταν η συνήθης γραφή

* αυγό - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

Αλλά στην εισαγωγή, εξηγείται ότι ακολουθείται καταχρηστικά η (τότε) «κρατούσα» ορθογραφία. (Εισαγωγή, Ετυμολογία ζ. Ορθογραφικές ενδείξεις) → δείτε παράθεμα στο αυγό

* αὐγό, βλ. αβγό - ⌘ Δημήτριος Β. Δημητράκος (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία, με κύριο λήμμα το ἀβγό και παρατήρηση: «δημ.[οτική] δ.[ιαφορετική] γ.[ραφή] αὐγό θεωρούν αναιτιολόγητη τη γραφή με δίφθογγο αυ, που όμως είχε ευρεία χρήση.

noun αβγό · αβγά · αβγού · αβγών

  1. βιολογία το γονιμοποιημένο ωάριο, το γέννημα θηλυκών ζώων (πτηνών, ερπετών και ψαριών), που έχει σφαιρικό σχήμα και αποτελείται από το κέλυφος (αλλιώς τσόφλι), τις υποκελύφιες μεμβράνες, το λεύκωμα (αλλιώς, ασπράδι) και τη λέκιθο (αλλιώς κρόκο)
  2. το γέννημα κυρίως της κότας (τρόφιμο) το περιεχόμενο του αβγού ως τροφή
  3. αντικείμενο το οποίο μοιάζει με το αβγό της κότας, συνήθως από ξύλο ή και βρώσιμο από σοκολάτα
  4. vulgar, λαϊκό «τα αβγά» οι όρχεις, τα αντρικά γεννητικά όργανα

In English

  • egg approximately spherical or ellipsoidal body produced by birds, insects, reptiles
  • ovum gamete
  • advocaat liqueur

Talk about this word

Cite this
MLA

"αβγό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B3%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αβγό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B3%CF%8C

Chicago

"αβγό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B3%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αβγό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B3%CF%8C},
  urldate = {2026-11-06}
}