αβελτίωτος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αβελτίωτος

  • a.velˈti.o.tos

Where it comes from

αβελτίωτος < μεσαιωνική ελληνική ἀβελτίωτος < αρχαία ελληνική βελτιόω / βελτιῶ. Μορφολογικά αναλύεται σε α- + βελτιώ(νω) + -τος.

adjective αβελτίωτος · αβελτίωτη · αβελτίωτο · αβελτίωτου · αβελτίωτης

  1. που δεν έχει βελτιωθεί ή δεν είναι δυνατόν να βελτιωθεί
  2. βιολογία που δεν έχει δεχθεί γενετική βελτίωση ※ Οι ελληνικοί γάιδαροι αποτελούν μιαν αβελτίωτη φυλή με έντονα τα χαρακτηριστικά των άγριων προγόνων τους, σε αντίθεση με τους κύπριος όνους, που είναι σαφώς βελτιωμένοι, μεγαλόσωμοι, σκουρόχρωμοι και πιστεύεται πως προέρχονται από βελτιωμένες φυλές της Αιγύπτου.

Opposite: βελτιωμένος

Thesaurus

adjective

Opposite: βελτιωμένος

Talk about this word

Cite this
MLA

"αβελτίωτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CF%84%CE%AF%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αβελτίωτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CF%84%CE%AF%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αβελτίωτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CF%84%CE%AF%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αβελτίωτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CF%84%CE%AF%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}