αβιταμίνωση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αβιταμίνωση

  • a.vi.taˈmi.no.si

Where it comes from

αβιταμίνωση < (καθαρεύουσα) ἀβιταμίνωσις < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική avitaminose. Μορφολογικά αναλύεται σε α- στερητικό + βιταμίν(η) + -ωση

noun αβιταμίνωση · αβιταμινώσεις · αβιταμίνωσης · αβιταμινώσεων

  1. ιατρική η έλλειψη απαραίτητων βιταμινών από τον οργανισμό· η -κακή- κατάσταση της υγείας, ως αποτέλεσμα της ανεπάρκειας απαραίτητων βιταμινών από τον οργανισμό πολλά παιδιά στην Αφρική πάσχουν από αβιταμίνωση

Opposite: υπερβιταμίνωση

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αβιταμίνωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αβιταμίνωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"αβιταμίνωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αβιταμίνωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}