αγάρ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγάρ¹
- aˈɣaɾ
Where it comes from
αγάρ < (άμεσο δάνειο) γαλλική agar < μαλαϊκή agar / agar-agar < σανσκριτική अग्र (agra)
noun αγάρ
- σύνθετος πολυσακχαρίτης που παράγεται από θαλάσσια φύκη (ροδοφύκη) και ο οποίος χρησιμοποιείται σε μορφή ζελέ σαν στερεοποιητικός / πηκτικός παράγοντας (στην οδοντοτεχνία, στην ηλεκτροχημεία, στην εντομολογία κ.α.) και ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή αγορά τον 17^ο αιώνα προερχόμενος από Κίνα και Ιαπωνία θρεπτικό αγάρ στη μικροβιολογία, για την ανάπτυξη βακτηρίων, ώστε να ανιχνευθεί η τυχόν ύπαρξη μικροβίων σε ένα δείγμα
Αγάρ²
Where it comes from
Αγάρ < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Αγάρ · Agar
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Talk about this word "αγάρ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%81. Accessed 7 Nov. 2026. αγάρ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%81 "αγάρ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%81.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγάρ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%81},
urldate = {2026-11-07}
}