믹윈

αγάς

Ελληνικά

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

αγάς¹

  • aˈɣas

어원

αγάς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγάς < τουρκική ağa < οθωμανική τουρκική آغا

명사 αγάς · αγάδες · αγά · αγάδων

  1. αξίωμα, ιστορία τίτλος αξιωματούχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ※ Το πρωί της 23ης Μαρτίου, οι επαναστάτες εισήλθαν στην Καλαμάτα και ο Ηλίας Μαυρομιχάλης ζητά από τον Αρναούτογλου να παραδοθεί. Ο τούρκος αγάς αντιλαμβανόμενος ότι δεν υπήρχε καμία δυνατότητα αντίστασης παρέδωσε στους επαναστάτες, με πρωτόκολλο, την πόλη και τον τουρκικό οπλισμό.

Αγάς²

어원

Αγάς < → λείπει η ετυμολογία

고유 명사 Αγάς · Αγάδες · Αγά · Αγάδων

  1. ανδρικό επώνυμο

영어로

  • agha an honorific for high officials used in Turkey and certain Muslim countries

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"αγάς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αγάς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%82

Chicago

"αγάς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγάς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}