αγέννητος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγέννητος

  • aˈʝe.ni.tos

Where it comes from

αγέννητος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγέννητος <ἀ- (στερητικό) + γεννητός

adjective αγέννητος · αγέννητη · αγέννητο · αγέννητου · αγέννητης

  1. που δεν έχει γεννηθεί ※ Όσο ο βλοσυρός και απότομος τελωνειακός -που σίγουρα ήταν αγέννητος τότε- τσεκάρει τις ταυτότητες μας, σκέφτομαι ότι η Ρουμανία που αφήνω πίσω μου, ήταν και παραμένει πανέμορφη, ισορροπώντας ανάμεσα στην ευρωπαϊκή φινέτσα και τη βαλκανική αυθεντικότητα.
  2. φιλοσοφία που δεν έχει αρχή, που δεν έχει δημιουργηθεί από κάτι άλλο, αυθύπαρκτος
  3. με ενεργητική σημασία που δεν έχει γεννήσει ακόμη η κατσίκα μου είναι ακόμη αγέννητη

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγέννητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγέννητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αγέννητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγέννητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}