αγέραστος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγέραστος

  • aˈʝe.ɾa.stos

Where it comes from

αγέραστος < α- (στερητικό) + γεράζω (θέμα αορίστου γέρασα) + -τος

adjective αγέραστος · αγέραστη · αγέραστο · αγέραστου · αγέραστης

  1. που δεν γερνάει, που μένει πάντα νέος ※ Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρω­τήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)
  2. που έχει νεανική όψη ή νεανική ενεργητικότητα παρά την προχωρημένη ηλικία του ※ Αγέραστος και ακούραστος στα 80 του, ο Ρόμαν Πολάνσκι στήνει ένα παιχνίδι εναλλαγής ρόλων εξουσιαστή – εξουσιαζομένου με άξονα τη γνωριμία μιας ηθοποιού που θέλει πάση θυσία να πρωταγωνιστήσει στο θεατρικό έργο που πρόκειται να σκηνοθετήσει ένας σκηνοθέτης.

Similar: αιώνιος, ακμαίος, θαλερός

Thesaurus

In English

  • ageless continuing infinitely or indefinitely

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγέραστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγέραστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αγέραστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγέραστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}