αγίνωτος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγίνωτος

  • aˈʝi.no.tos

Where it comes from

αγίνωτος < ἀγίνωτος στην καθαρεύουσα < α- στερητικό + γινω(μένος) + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

adjective αγίνωτος · αγίνωτη · αγίνωτο · αγίνωτου · αγίνωτης

  1. για καρπούς που δεν έχει ακόμη ωριμάσει, ανώριμος ※ η Μιράντα ανεβασμένη στο μικρό τσιμεντένιο τοιχίο κόβει αγίνωτα σταφύλια της κληματαριάς, η Σολομονή βαστά τη σκάλα και η Κυβέλη αποσυρμένη στη σκιά ασχολείται διεξοδικά με το αρχινισμένο της μυθιστόρημα (Μιχάλης Γεννάρης, Ο σαξοφωνίστας, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)
  2. figuratively, μεταφορικά ανώριμος / ανέτοιμος ※ Περιεργάστηκε με προσοχή το όμορφο, αγίνωτο σχεδόν γυναικείο της πρόσωπο. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)

Opposite: γινωμένος

Thesaurus

adjective

Opposite: γινωμένος

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγίνωτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%BD%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγίνωτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%BD%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αγίνωτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%BD%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγίνωτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%BD%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}