αγαθοσύνη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγαθοσύνη
- a.ɣa.θoˈsi.ni
Where it comes from
αγαθοσύνη: < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγαθωσύνη. Μορφολογικά αναλύεται σε αγαθ(ός) + -οσύνη.
noun αγαθοσύνη · αγαθοσύνες · αγαθοσύνης · αγαθοσυνών
- χρηστότητα, καλοσύνη ※ Ολοι οι ήρωες, ανεξαρτήτως ηλικίας και ιδιότητος, κυνηγούν απεγνωσμένα την ίδια χίμαιρα: την αθωότητα του παιχνιδιού και τη λυτρωτική αγαθοσύνη των παιδικών χρόνων.
Similar: αγαθότητα
Thesaurus
noun
Similar: αγαθότητα
Talk about this word "αγαθοσύνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αγαθοσύνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7 "αγαθοσύνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγαθοσύνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}