αγαθό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγαθό¹

  • a.ɣaˈθo

Where it comes from

αγαθό < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγαθόν, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αγαθός, ἀγαθός

: για την οικονομία < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική biens

noun αγαθό · αγαθά · αγαθού · αγαθών

  1. νομικός όρος αξία αλλά και ουσία ή αντικείμενο ή είδος απαραίτητο ή πάντως ιδιαίτερα χρήσιμο στην κοινωνία ή στο άτομο, οπότε συνδέεται στενά με την έννοια του "δικαιώματος σε.." μεταξύ των εννόμων αγαθών συγκαταλέγεται η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια
  2. οικονομία μέσο ικανοποίησης αναγκών τα αγαθά (στον πληθυντικό)
  3. φιλοσοφία κάτι που έχει την υπέρτατη αξία
  4. ιατρική δημώδης ευφημιστική ονομασία της νόσου ερυσίπελας ()

adjective αγαθό · αγαθά · αγαθού · αγαθών

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αγαθός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγαθός

Αγαθό²

  • a.ɣaˈθo

Where it comes from

Αγαθό < αγαθό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αγαθός

proper noun Αγαθό · Αγαθά · Αγαθού · Αγαθών

  1. οικισμός της Εύβοιας

In English

  • good item of merchandise

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγαθό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%B8%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγαθό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%B8%CF%8C

Chicago

"αγαθό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%B8%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγαθό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%B8%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}