米克温

αγαλματίδιο

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

αγαλματίδιο

  • a.ɣal.maˈti.ði.o

它从哪里来

αγαλματίδιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀγαλματίδιον < ἄγαλμα, ἀγάλματ(ος), + -ίδιον

名词 αγαλματίδιο · αγαλματίδια · αγαλματιδίου · αγαλματίδιου · αγαλματιδίων

  1. γλυπτική μικρού μεγέθους άγαλμα, ειδώλιο ※ Με τίτλο «Σκλάβα», το 500 ετών κέρινο αγαλματίδιο αποτελούσε τμήμα των προετοιμασιών του Μιχαήλ Αγγέλου για τον περισπούδαστο τάφο του Πάπα Ιουλίου του Β’ στη Ρώμη.

英语

讨论这个词

引用
MLA

"αγαλματίδιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγαλματίδιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF

Chicago

"αγαλματίδιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγαλματίδιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}