αγαλματοποιός
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
αγαλματοποιός
- a.ɣal.ma.to.piˈos
De unde vine
αγαλματοποιός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγαλματοποιός
substantiv αγαλματοποιός · αγαλματοποιοί · αγαλματοποιού · αγαλματοποιών · αγαλματοποιό · αγαλματοποιούς
- που κατασκευάζει αγάλματα, γλύπτης ※ Στην πρώτη στροφή ο Τυανεύς, εξονομάζοντας την καταγωγή του από τα Τύανα, αυτοσυστήνεται (μάλλον στη Ρώμη) ως έμπειρος αγαλματοποιός, αναγνωρισμένος από το ευρύ κοινό αλλά και από φιλότεχνους συγκλητικούς.
În engleză
- statuary person who makes or deals in statues
Discută despre acest cuvânt "αγαλματοποιός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αγαλματοποιός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82 "αγαλματοποιός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {αγαλματοποιός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}