αγαπημένος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγαπημένος
- a.ɣa.piˈme.nos
Where it comes from
αγαπημένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγαπημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγαπώ
verb αγαπημένος · αγαπημένη · αγαπημένο · αγαπημένου · αγαπημένης
- που τον αγαπά ένα πρόσωπο έστειλε ένα γράμμα στην αγαπημένη της κόρη
- ο προτιμώμενος, ο εκλεκτός, ο ξεχωριστός το αγαπημένο μου βιβλίο
- το ερωτικά προτιμώμενο άτομο πήγε να δει τον αγαπημένο της φίλο απ' τα παλιά
noun αγαπημένος · αγαπημένη · αγαπημένο · αγαπημένου · αγαπημένης
- αυτός που τον αγαπάει ένα πρόσωπο ερωτικά, ο εραστής περίμενε με ανυπομονησία τον αγαπημένο της
In English
Talk about this word "αγαπημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αγαπημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "αγαπημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγαπημένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}