αγαπητικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγαπητικός

  • a.ɣa.pi.tiˈkos

Where it comes from

αγαπητικός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγαπητικός (στοργικός)

adjective αγαπητικός · αγαπητική · αγαπητικό

  1. που εμπεριέχει την αγάπη αγαπητική σχέση

noun αγαπητικός · αγαπητικιά · αγαπητικοί · αγαπητικού · αγαπητικών

  1. ο αγαπημένος, αυτός με τον οποίο κάποια έχει σχέση Ο Γιάννης είναι ο αγαπητικός της Μαρίας και είναι μαζί εδώ και δύο χρόνια.
  2. ο εραστής
  3. dated, παρωχημένο αυτός που ζει εκμεταλλευόμενος χρηματικά τις γυναίκες

    Similar: προαγωγός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγαπητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγαπητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αγαπητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγαπητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}