αγαρικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγαρικό
- a.ɣa.ɾiˈko
Where it comes from
αγαρικό < μεσαιωνική ελληνική ἀγαρικόν
noun αγαρικό · αγαρικά · αγαρικού · αγαρικών
- μύκητας της οικογένειας των Αγαριδοειδών που περιλαμβάνει το κοινό μανιτάρι ※ Το καλοδιατηρημένο μανιτάρι βρέθηκε μέσα σε ασβεστολιθικό πέτρωμα, ενώ έως τώρα όλα τα απολιθωμένα μανιτάρια είχαν ανακαλυφθεί μέσα σε ήλεκτρο (κεχριμπάρι). Το πανάρχαιο βραζιλιάνικο μανιτάρι, που είχε ύψος περίπου πέντε εκατοστών και μοιάζει πολύ με τα σημερινά, πήρε το επιστημονικό όνομα Gondwan
In English
- agaric any fungus having a cap with gills
Talk about this word "αγαρικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. αγαρικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C "αγαρικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγαρικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}