αγαύη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Αγαύη¹

Where it comes from

Αγαύη < αρχαία ελληνική Ἀγαύη

proper noun Αγαύη

  1. γυναικείο όνομα
  2. μυθολογία κόρη του Κάδμου και μητέρα του Πενθέα· ηρωίδα της τραγωδίας του Ευριπίδη "Βάκχες"

αγαύη²

  • aˈɣa.vi

Where it comes from

αγαύη < αρχαία ελληνική ἀγαυός

noun αγαύη · αγαύες · αγαύης · αγαυών

  1. βοτανική γένος μονοκοτυλήδονων φυτών, γνωστά και ως αθάνατοι ※ Δύο είναι κυρίως οι λόγοι που τροφοδότησαν την προτίμηση στην αγαύη: Από τη μία οι ανθεκτικές καλλιέργειες χωρίς μεγάλη ανάγκη νερού, από την άλλη η διογκούμενη, μετά την πανδημία του κορωνοϊού, τάση για αλκοολούχα υψηλής ποιότητας.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγαύη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%8D%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγαύη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%8D%CE%B7

Chicago

"αγαύη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%8D%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγαύη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%8D%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}