αγγαρεία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγγαρεία

  • aŋ.ɡaˈɾi.a

Where it comes from

αγγαρεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγγαρεία < ἀγγαρεύω < αρχαία ελληνική ἄγγαρος < περσικά < ακκαδικά

noun αγγαρεία · αγγαρείες · αγγαρείας · αγγαρειών

  1. καταναγκαστική εργασία
  2. broadly, κατ’ επέκταση δυσάρεστη εργασία ή υποχρέωση ※ Η πολυπλοκότητα του πολέμου και των οπλικών συστημάτων έχουν κάνει και πάλι την αναμέτρηση προϊόν ειδικών, και αυτό είναι λογικό. Η στρατιωτική θητεία δεν θυμίζει σε τίποτα συνεισφορά στο μεγαλείο της πολιτικής κοινότητας, αλλά αγγαρεία στην καλύτερη περίπτωση και εθνικιστικό πάθος στη χειρότερη.
  3. στρατιωτικός όρος υποχρεωτική, χειρωνακτική υπηρεσία που επιβάλλεται στους στρατιώτες

In English

  • chore a difficult, unpleasant, or routine task
  • task difficult or tedious undertaking
  • fatigue menial task, especially in military
  • fatigues menial military duties
  • drudgery exhausting, menial, and tedious work
  • corvee labor in lieu of taxes
  • donkey work hard, boring, routine work

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγγαρεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγγαρεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αγγαρεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγαρεία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}