αγγείωμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγγείωμα
- aŋˈɟi.o.ma
Where it comes from
αγγείωμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική angioma < αρχαία ελληνική ἀγγεῖ(ον) + -ωμα
noun αγγείωμα · αγγειώματα · αγγειώματος · αγγειωμάτων
- καλόηθες νεοπλασματικό μόρφωμα από τριχοειδή αγγεία που πολλαπλασιάζονται τοπικά και σχηματίζουν ένα πυκνό πλέγμα, αυξάνοντας έτσι και τη ροή του αίματος σε εκείνο το σημείο ※ Μεταξύ των λιγότερο σημαντικών γενετικών ανωμαλιών εμφανιζόταν συχνά το αγγείωμα- πρόκειται για καλοήθεις όγκους που αποτελούνται από μικροσκοπικά αιμοφόρα αγγεία και παρουσιάζονται στην επιφάνεια του δέρματος.
In English
- angioma benign tumor
Talk about this word "αγγείωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αγγείωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%89%CE%BC%CE%B1 "αγγείωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%89%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγγείωμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%89%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}