αγγειοδιασταλτικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγγειοδιασταλτικό

  • aŋ.ɟi.o.ði.a.stal.tiˈko

Where it comes from

αγγειοδιασταλτικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αγγειοδιασταλτικός. Εννοείται η λέξη φάρμακο.

noun αγγειοδιασταλτικό · αγγειοδιασταλτικά · αγγειοδιασταλτικού · αγγειοδιασταλτικών

  1. ιατρική, φαρμακευτική φάρμακο που επιφέρει αγγειοδιαστολή και ελάττωση της αρτηριακής πίεσης Η χορήγηση του αγγειοδιασταλτικού είχε άμεσα αποτελέσματα στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.

adjective αγγειοδιασταλτικό · αγγειοδιασταλτικά · αγγειοδιασταλτικού · αγγειοδιασταλτικών

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αγγειοδιασταλτικός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγγειοδιασταλτικός

In English

  • vasodilator agent that causes dilation of the blood vessels

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγγειοδιασταλτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγγειοδιασταλτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"αγγειοδιασταλτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγειοδιασταλτικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}