αγγειολογία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγγειολογία

  • aŋ.ɟi.o.loˈʝi.a

Where it comes from

αγγειολογία < (όρος αρχαιολογίας) < αγγειο- + -λογία

: (ιατρικός όρος) < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγγειολογία, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική angiologie

noun αγγειολογία · αγγειολογίες · αγγειολογίας · αγγειολογιών

  1. αρχαιολογία κλάδος της αρχαιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των αγγείων
  2. ιατρική κλάδος της ανατομίας που ασχολείται με τις παθήσεις των αρτηριών, των φλεβών και των λεμφαγγείων κλινική αγγειολογία, πανελλήνιο συνέδριο αγγειολογίας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγγειολογία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγγειολογία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αγγειολογία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγειολογία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}