αγγειοπλαστικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγγειοπλαστικός

  • aŋ.ɟi.o.pla.stiˈkos

Where it comes from

αγγειοπλαστικός < (καλλιτεχνικός όρος) αγγειοπλάστ(ης) + -ικός

: (ιατρικός όρος) < (λόγιο δάνειο) γαλλική angioplastique

adjective αγγειοπλαστικός · αγγειοπλαστική · αγγειοπλαστικό · αγγειοπλαστικού · αγγειοπλαστικής

  1. τέχνη που χρησιμοποιείται για την κατασκευή αγγείων, που αφορά τους αγγειοπλάστες αγγειοπλαστικός τροχός
  2. ιατρική που σχετίζεται με την αγγειοπλαστική επέμβαση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγγειοπλαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγγειοπλαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αγγειοπλαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγειοπλαστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}