αγγειό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγγειό

Where it comes from

αγγειό < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγγεῖον

noun αγγειό

  1. idiomatic, ιδιωματικό, κουζινικά δοχείο, οικιακό σκεύος
  2. idiomatic, ιδιωματικό ασκός για αποθήκευση προϊόντων (π.χ. βούτυρο, τυρί)
  3. idiomatic, ιδιωματικό, μουσικό όργανο πνευστό μουσικό όργανο, ο άσκαυλος
  4. idiomatic, plural, ιδιωματικό, στον πληθυντικό τα αναγκαία πράγματα για όσους ταξιδεύουν ή πάνε σε γεωργικές εργασίες
  5. idiomatic, plural, ιδιωματικό, στον πληθυντικό κλινοσκεπάσματα, στρώματα
  6. idiomatic, ιδιωματικό, ανατομία το αιδοίο
  7. idiomatic, plural, ιδιωματικό, ανατομία, στον πληθυντικό οι όρχεις

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγγειό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγγειό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%8C

Chicago

"αγγειό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγειό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}