믹윈

αγγελικός

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

αγγελικός¹

  • aŋ.ɟe.liˈkos

어원

αγγελικός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγγελικός (αρχική σημασία: από αγγελιαφόρο) < ἄγγελ(ος) + -ικός

형용사 αγγελικός · αγγελική · αγγελικό · αγγελικού · αγγελικής

  1. που αναφέρεται ή ανήκει στον άγγελο, τον αγγελιαφόρο ή το ουράνιο πλάσμα αγγελική ρήση, αγγελικά τάγματα
  2. πολύ όμορφος και αγνός αγγελικό πρόσωπο, αγγελικό χαμόγελο
  3. το μοναχικό σχήμα «ντύθηκε το αγγελικό σχήμα»

반의어: διαβολικός

Αγγελικός²

어원

Αγγελικός < αγγελικός

고유 명사 Αγγελικός · Αγγελικοί · Αγγελικού · Αγγελικών · Αγγελικό · Αγγελικούς

  1. ανδρικό επώνυμο

유의어·반의어

형용사

반의어: διαβολικός

영어로

  • angelic belonging to, proceeding from, or resembling an angel

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"αγγελικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγγελικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αγγελικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγελικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}