αγγελολογία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγγελολογία

  • aŋ.ɟe.lo.loˈʝi.a

Where it comes from

αγγελολογία < αγγλική angelology. Μορφολογικά αναλύεται σε αγγελο- + -λογία.

noun αγγελολογία · αγγελολογίες · αγγελολογίας · αγγελολογιών

  1. θεολογία κλάδος της θεολογίας που μελετά το ιεραρχικό σύστημα των αγγέλων ※ Εξάλλου η ιδέα της τιμωρίας ή της ανταμοιβής της ψυχής του χριστιανισμού στο Καθαρτήριο ή στον Παράδεισο, καθώς και η επικείμενη επάνοδος του Ιησού ως βασιλέως για να καταργήσει διά παντός το βασίλειο του θανάτου, μοιάζουν να προέρχονται απευθείας από τον ζωροαστρισμό (μαζί και όλη η περίτεχνη αγγ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγγελολογία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγγελολογία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αγγελολογία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγελολογία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}