αγγλικανικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγγλικανικός
- aŋ.gli.ka.niˈkos
Where it comes from
αγγλικανικός < αγγλικαν(ός) + -ικός
adjective αγγλικανικός · αγγλικανική · αγγλικανικό · αγγλικανικού · αγγλικανικής
- που αναφέρεται ή σχετίζεται με την εκκλησία της Αγγλίας ή κάποια από τις άλλες εκκλησίες ανά τον κόσμο που ακολουθούν το ίδιο δόγμα με αυτήν ※ Κι αν ο καθολικός ναός του Αγίου Ανδρέα είναι μέχρι σήμερα ενεργός, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον αγγλικανικό, επί της οδού Καψάλη, κοντά στο παλιό λιμάνι, ένα πανέμορφο πέτρινο κτίσμα, κλειστό μέχρι νεωτέρας. Η αγγλικανική κοινότητα της Πάτρας, στις μέρες μας, αριθμεί πολύ λίγα μέλη, κυρίως γυναίκ
In English
- Anglican pertaining to the Church of England and related churches
Talk about this word "αγγλικανικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αγγλικανικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "αγγλικανικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγγλικανικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}