Μίκουιν

αγγλόγλωσσος

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

αγγλόγλωσσος

  • aŋˈglo.ɣlo.sos

Από πού έρχεται

αγγλόγλωσσος < αγγλό- + -γλωσσος

επίθετο αγγλόγλωσσος · αγγλόγλωσση · αγγλόγλωσσο · αγγλόγλωσσου · αγγλόγλωσσης

  1. που χρησιμοποιεί, μιλά ή είναι γραμμένος στα αγγλικά ※ Αγγλόγλωσσος, μιλάει λίγα ισπανικά και καλά γαλλικά ­ «με λίγη αγγλική προφορά, καθώς φαίνεται», όπως λέει ο ίδιος χαριτολογώντας.

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"αγγλόγλωσσος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

αγγλόγλωσσος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82

Chicago

"αγγλόγλωσσος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγλόγλωσσος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-08}
}