αγγλόφιλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγγλόφιλος

  • aŋˈɡlo.fi.los

Where it comes from

αγγλόφιλος < (λόγιο δάνειο) γαλλική anglophile < anglo- (Άγγλος) αγγλό- + -φιλος (φίλος)

adjective αγγλόφιλος · αγγλόφιλη · αγγλόφιλο · αγγλόφιλου · αγγλόφιλης

  1. που είναι φίλος της Αγγλίας, που υποστηρίζει πολιτικά τις αγγλικές θέσεις ή έχει μεγάλη εκτίμηση για οτιδήποτε αγγλικό ※ Είμαι και από τα γεννοφάσκια μου φανατικός αγγλόφιλος και κάπως έτσι μπήκα στη διαδικασία να ανακαλύπτω και να αποκτώ φανέλες, αναμνηστικά, αξεσουάρ και φόρμες, κυρίως από ομάδες των βρετανικών νησιών.

In English

  • Anglophile person who loves or admires the country, culture or people of England

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγγλόφιλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγγλόφιλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"αγγλόφιλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγλόφιλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}