αγγούρι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγγούρι
- aŋˈɡu.ɾi
Where it comes from
αγγούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αγγούρι(ν) < ελληνιστική κοινή ἀγγούριον < ἄγγουρον < αραβική آجُرّ (ʾājurr) < αραμαϊκή 𐡓𐡅𐡂𐡀 (*ʾaggor /ʾgwr/) < ακκαδική 𒅇𒆪𒊒𒌝 (agurru, ukurru) < σουμεριακή al.ùr.(r)a
noun αγγούρι · αγγούρια · αγγουριού · αγγουριών
- ο κυλινδρικός κι επιμήκης καρπός της αγγουριάς, με άσπρη και τραγανή σάρκα που τρώγεται ωμός σε σαλάτες ή σε τουρσί Ο Γιάννης έκοψε φέτες αγγούρι για να φτιάξει ένα δροσιστικό σνακ.
- κάτι εξαιρετικά δύσκολο Έχουμε πολλά αγγούρια στη δουλειά αυτή την εβδομάδα.
- απάντηση που δίνεται σε κάτι που θεωρείται σαχλό
- ο άνθρωπος που δεν έχει κοινωνική ή πνευματική ευελιξία καθόταν και κοιτούσε σαν αγγούρι
- το πέος
In English
- cucumber edible fruit
Talk about this word "αγγούρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. αγγούρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9 "αγγούρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγγούρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}