αγγούρι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγγούρι

  • aŋˈɡu.ɾi

Where it comes from

αγγούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αγγούρι(ν) < ελληνιστική κοινή ἀγγούριον < ἄγγουρον < αραβική آجُرّ (ʾājurr) < αραμαϊκή 𐡓𐡅𐡂𐡀 (*ʾaggor /ʾgwr/) < ακκαδική 𒅇𒆪𒊒𒌝 (agurru, ukurru) < σουμεριακή al.ùr.(r)a

noun αγγούρι · αγγούρια · αγγουριού · αγγουριών

  1. λαχανικό ο κυλινδρικός κι επιμήκης καρπός της αγγουριάς, με άσπρη και τραγανή σάρκα που τρώγεται ωμός σε σαλάτες ή σε τουρσί Ο Γιάννης έκοψε φέτες αγγούρι για να φτιάξει ένα δροσιστικό σνακ.
  2. figuratively, slang, μεταφορικά, αργκό κάτι εξαιρετικά δύσκολο Έχουμε πολλά αγγούρια στη δουλειά αυτή την εβδομάδα.
  3. plural, slang, αργκό, στον πληθυντικό απάντηση που δίνεται σε κάτι που θεωρείται σαχλό
  4. figuratively, μεταφορικά ο άνθρωπος που δεν έχει κοινωνική ή πνευματική ευελιξία καθόταν και κοιτούσε σαν αγγούρι
  5. figuratively, rare, slang, μεταφορικά, σπάνιο, αργκό το πέος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγγούρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγγούρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9

Chicago

"αγγούρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγούρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}