מיקווין

αγιαστούρα

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

αγιαστούρα

  • a.ʝaˈstu.ɾa

מאיפה זה בא

αγιαστούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *ἁγιαστούρ(ιν), αμάρτυρος τύπος του ἁγιαστήριν < ελληνιστική κοινή ἁγιαστ(ήριον) (ιερός χώρος) + -ούριον

שם עצם αγιαστούρα · αγιαστούρες · αγιαστούρας

  1. χριστιανισμός μάτσο βασιλικού που χρησιμοποιείται από τον ιερέα για να ραντίσει με αγιασμό άλλες μορφές: αγιαστήρα
  2. figuratively, ironic, rare, σπάνιο, μεταφορικά, ειρωνικό έπαινος, ο οποίος συνοδεύεται από υπερβολές ο οποίος έχει ως σκοπό την κολακεία Επειδή ξέρω ότι θα ξεκινήσεις την αγιαστούρα για να σε πάρω μαζί μου, σου λέω από τώρα: όχι.

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"αγιαστούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγιαστούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"αγιαστούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγιαστούρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}