米克温

αγιογράφος

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

αγιογράφος¹

  • a.ʝi.oˈɣɾa.fos

它从哪里来

αγιογράφος < αγιο- + -γράφος. Διαφορετικό το ελληνιστικό ἁγιόγραφος.

名词 αγιογράφος · αγιογράφοι · αγιογράφου · αγιογράφων · αγιογράφο · αγιογράφους

  1. ζωγραφική, επάγγελμα ζωγράφος που εικονογραφεί το εσωτερικό ναών με θρησκευτικά θέματα ή ζωγραφίζει θρησκευτικές φορητές εικόνες Ο αγιογράφος εργάζεται επί μήνες για την εικονογράφηση του κεντρικού τρούλου της εκκλησίας.

Αγιογράφος²

它从哪里来

Αγιογράφος < → λείπει η ετυμολογία

专有名词 Αγιογράφος · Agiografos

  1. ανδρικό επώνυμο

英语

讨论这个词

引用
MLA

"αγιογράφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγιογράφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82

Chicago

"αγιογράφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγιογράφος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}