αγιογραφικός

Ελληνικά · Visawe na vinyume

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

αγιογραφικός

  • a.ʝi.o.ɣɾa.fiˈkos

Limetoka wapi

αγιογραφικός < αγιογράφος / αγιογραφία + -ικός

kivumishi αγιογραφικός · αγιογραφική · αγιογραφικό · αγιογραφικού · αγιογραφικής

  1. που έχει σχέση με την αγιογραφία ή τον αγιογράφο ή αναφέρεται σʼ αυτά ※ Ακόμη κι όταν τα θέματα του δεν προέρχονται από την χριστιανική πίστη αλλά από την ελληνική ιστορία ή τη μυθολογία, ο τρόπος που τα απεικονίζει είναι… αγιογραφικός μιας και αυτός είναι ο δικός του τρόπος να περνά το δικό του χριστιανικό μήνυμα.
  2. ο σχετικός με την Αγία Γραφή

    Yanayofanana: βιβλικός

Kwa Kiingereza

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"αγιογραφικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγιογραφικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αγιογραφικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγιογραφικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}