αγιολογικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγιολογικός

  • a.ʝi.o.lo.ʝiˈkos

Where it comes from

αγιολογικός < γαλλική hagiologique ή αγγλική hagiological. Μορφολογικά αναλύεται σε αγιολογ(ία) ή αγιολόγ(ιο) + -ικός.

adjective αγιολογικός · αγιολογική · αγιολογικό · αγιολογικού · αγιολογικής

  1. θρησκεία σχετικός με την αγιολογία ή το αγιολόγιο ※ Ο αγιολογικός μανδύας των κειμένων δεν εμπόδισε τον Πώλ Λεμέρλ να ανασυνθέσει τον ιστορικό χάρτη της περιοχής κατά τα τέλη του 6ου και τον 7ο αιώνα.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγιολογικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγιολογικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αγιολογικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγιολογικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}