αγιολόγιο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγιολόγιο

  • a.ʝi.oˈlo.ʝi.o

Where it comes from

αγιολόγιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀγιολόγιον. Μορφολογικά αναλύεται σε αγιο- + -λόγιο.

noun αγιολόγιο · αγιολόγια · αγιολόγιου · αγιολογίου · αγιολόγιων · αγιολογίων

  1. χριστιανισμός οι άγιοι μιας εκκλησίας και ο κατάλογος τους ※ Επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα, η Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου ενέταξε επτά Αγίους στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των οποίων ήταν αναγνωρισμένες προσωπικότητες όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Άγιος Νεκτάριος.

    Similar: μαρτυρολόγιο

  2. χριστιανισμός βιβλίο στο οποίο υπάρχουν κείμενα που περιγράφουν τους βίους των αγίων

    Similar: συναξάρι

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγιολόγιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγιολόγιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF

Chicago

"αγιολόγιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγιολόγιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}